Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποκάλυψη οι αποκαλύψεις
      γενική της αποκάλυψης
& αποκαλύψεως
των αποκαλύψεων
    αιτιατική την αποκάλυψη τις αποκαλύψεις
     κλητική αποκάλυψη αποκαλύψεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποκάλυψη < αποκάλυψις < αποκαλύπτω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποκάλυψη θηλυκό

  1. αφαίρεση του καλύμματος, ξεσκέπασμα
  2. ανακάλυψη και ανακοίνωση άγνωστων στοιχείων
  3. εκμυστήρευση ή ομολογία
  4. η φανέρωση θείων, ιερών μυστικών στους ανθρώπους

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία