Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αφαίρεση αφαιρέσεις
γενική αφαίρεσης
& αφαιρέσεως
αφαιρέσεων
αιτιατική αφαίρεση αφαιρέσεις
κλητική αφαίρεση αφαιρέσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφαίρεση < αρχαία ελληνική ἀφαίρεσις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈfɛ.ɾɛ.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αφαίρεση θηλυκό

  1. (αριθμητική) πράξη (δυαδικός τελεστής) που από έναν αριθμό (τον αφαιρετέο) αφαιρεί έναν άλλο (τον αφαιρέτη) και δίνει, έτσι, ένα αποτέλεσμα (τη διαφορά)
    Σύμβολο: « - » (μείον, πλην)
    6 - 2 = 4, έξι μείον δύο ίσον τέσσερα
    αντώνυμα: πρόσθεση
  2. η ενέργεια με την οποία αφαιρώ, παίρνω από κάποιον κάτι χωρίς τη συναίνεσή του, με τη βία, εφαρμόζοντας μια ποινή κλπ.
    η παράβαση αυτή τιμωρείται με πρόστιμο και αφαίρεση της άδειας οδήγησης
    η αφαίρεση της ζωής ενός όντος
  3. η ενέργεια με την οποία αφαιρώ, απομακρύνω κάτι από τη θέση στην οποία βρισκόταν αρχικά
    η αφαίρεση της χοληδόχου κύστης
  4. (γραμματική) η αποβολή του αρχικού φωνήεντος μιας λέξης όταν η προηγούμενη λέξη λήγει επίσης σε φωνήεν
    αντώνυμα: έκθλιψη
  5. (τέχνη) η αφηρημένη τέχνη
  6. (πληροφορική) βασική έννοια της πληροφορικής και αφορά την παρουσίαση και διαχείριση της πληροφορίας ή μέρος αυτής με εύχρηστο τρόπο, αφαιρώντας τα δυσνόητα στοιχεία της, όπως απλά ένας αριθμός (πχ. ο 123) ο οποίος δεν παρουσιάζεται στην πραγματική δυαδική μορφή του (πχ. 01111011)
  7. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) η παρουσίαση και διαχείριση των δεδομένων με την χρήση των κλάσεων (classes) και των αντικειμένων τους (objects) χρησιμοποιώντας τις τεχνικές της ενθυλάκωσης (encapsulation) και απόκρυψης (data hiding)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία