Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αφαίρεση αφαιρέσεις
γενική αφαίρεσης
& αφαιρέσεως
αφαιρέσεων
αιτιατική αφαίρεση αφαιρέσεις
κλητική αφαίρεση αφαιρέσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφαίρεση < αρχαία ελληνική ἀφαίρεσις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈfɛ.ɾɛ.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αφαίρεση θηλυκό

  1. πράξη της αριθμητικής που από έναν αριθμό (τον αφαιρετέο) αφαιρεί έναν άλλο (τον αφαιρέτη) και δίνει, έτσι, ένα αποτέλεσμα (τη διαφορά)
    Σύμβολο: « - » (μείον, πλην)
    6 - 2 = 4, έξι μείον δύο ίσον τέσσερα
  2. η ενέργεια με την οποία αφαιρώ, παίρνω από κάποιον κάτι χωρίς τη συναίνεσή του, με τη βία, εφαρμόζοντας μια ποινή κλπ.
    η παράβαση αυτή τιμωρείται με πρόστιμο και αφαίρεση της άδειας οδήγησης
    η αφαίρεση της ζωής ενός όντος
  3. η ενέργεια με την οποία αφαιρώ, απομακρύνω κάτι από τη θέση στην οποία βρισκόταν αρχικά
    η αφαίρεση της χοληδόχου κύστης
  4. (γραμματική) η αποβολή του αρχικού φωνήεντος μιας λέξης όταν η προηγούμενη λέξη λήγει επίσης σε φωνήεν
      αντώνυμα: έκθλιψη[ https://www.slideshare.net/mobile/iliasili/7-29]
  5. (τέχνη) η αφηρημένη τέχνη

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία