Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

object (en)

  1. αντικείμενο
  2. (πληροφορική) γενική έννοια, αντικείμενο, οντότητα
  3. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) αντικείμενο, εν συντομία το class object
     συνώνυμα: class object, class instance, instance
    δείτε επίσης: Object στην αγγλική Βικιπαίδεια

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

πληροφορική:

  ΡήμαΕπεξεργασία

object (en)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • object στην αγγλική Βικιπαίδεια