Arrows blue.png Δείτε επίσης: διάδικος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική δυαδικός δυαδική δυαδικό
γενική δυαδικού δυαδικής δυαδικού
αιτιατική δυαδικό δυαδική δυαδικό
κλητική δυαδικέ δυαδική δυαδικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυαδικοί δυαδικές δυαδικά
γενική δυαδικών δυαδικών δυαδικών
αιτιατική δυαδικούς δυαδικές δυαδικά
κλητική δυαδικοί δυαδικές δυαδικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυαδικός < ελληνιστική κοινή δυαδικός < αρχαία ελληνική δύο ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική binaire)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.a.ði.ˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δυαδικός

  1. που έχει σχέση με δυάδα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που αποτελείται από δύο τμήματα ή μέρη
  3. (μαθηματικά) δυαδικό, σύστημα αρίθμησης με βάση το 2 και χρήση μόνο των ψηφίων 0 και 1 για την αναπαράσταση αριθμών.
    Λήμμα στην ελληνική Βικιπαίδεια Δυαδικό σύστημα
  4. (πληροφορική) αναφέρεται σε αρχεία που περιέχουν κωδικοποιημένες πληροφορίες, όπως τα αρχεία ενός επεξεργαστή κειμένου, φωτογραφιών, κλπ.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία