Δείτε επίσης: δυαδικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η διάδικος οι διάδικοι
      γενική του/της
του
διαδίκου
διάδικου
των διαδίκων
    αιτιατική τον/τη διάδικο τους/τις
τους
διαδίκους
διάδικους
     κλητική διάδικε διάδικοι
Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό.
όπως «κάτοικος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάδικος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάδικος αρσενικό ή θηλυκό

  1. οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος σε μια δίκη, εκτός των δικαστών
  2. αυτός που διεξάγει δικαστικό αγώνα, ο κατήγορος ή ο κατηγορούμενος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία