Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εναγόμενος η εναγόμενη το εναγόμενο
      γενική του εναγόμενου της εναγόμενης του εναγόμενου
    αιτιατική τον εναγόμενο την εναγόμενη το εναγόμενο
     κλητική εναγόμενε εναγόμενη εναγόμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εναγόμενοι οι εναγόμενες τα εναγόμενα
      γενική των εναγόμενων των εναγόμενων των εναγόμενων
    αιτιατική τους εναγόμενους τις εναγόμενες τα εναγόμενα
     κλητική εναγόμενοι εναγόμενες εναγόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εναγόμενος < μετοχή του ρήματος ενάγομαι, της παθητικής φωνής του ρήματος ενάγω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

εναγόμενος

  1. (νομικός όρος): το άτομο εναντίον του οποίου κατατίθεται αγωγή -συνήθως για αστικά ζητήματα, οικονομικές διαφορές. Θηλυκό της μετοχής ενεστώτα, η εναγόμενη.
    Αποδείχθηκε τελικά ότι ο εναγόμενος δεν όφειλε χρήματα στον ενάγοντα και ότι άδικα είχε ταλαιπωρηθεί τόσους μήνες με αγωγές και μηνύσεις.

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία