Δείτε επίσης: ἀγωγή

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγωγή οι αγωγές
      γενική της αγωγής των αγωγών
    αιτιατική την αγωγή τις αγωγές
     κλητική αγωγή αγωγές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγωγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωγή < ἄγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγωγή θηλυκό

  1. διαδικασία απόκτησης τρόπων συμπεριφοράς
     συνώνυμα: διαπαιδαγώγηση, ανατροφή
  2. διαδικασία μετάδοσης αξιών, ιδανικών, προτύπων, κανόνων συμπεριφοράς, αρχών μέσω της οποίας διαμορφώνεται η κοινωνική συμπεριφορά (διαγωγή) και ο χαρακτήρας.
  3. (συνεκδοχικά) εκπαίδευση
    σχολικό μάθημα ολυμπιακής αγωγής
  4. (νομική) έγγραφο δικαστικής παρέμβασης για την επίλυση πολιτικού αδικήματος και ταυτόχρονα έννομης αξιώσεως
  5. (νομική) ως δικονομική έννοια αποτελεί τη διαδικαστική πράξη με την οποία αρχίζει η προδικασία της δίκης μέχρι και την έκδοση ευνοϊκής απόφασης, ουσιαστικά όμως η αγωγή ταυτίζεται και με την αξίωση προστασίας νομίμου δικαιώματος, διακρινόμενη έτσι α) σε προσωπική και β) σε πραγματική ή απρόσωπη.
  6. (νομική) ένδικο μέσο για την απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης
  7. (συνεκδοχικά) διαδικασία κατάθεσης της αγωγής
  8. (φυσική) το φαινόμενο της μετάδοσης θερμότητας μέσα σ΄ ένα σώμα. π.χ. μιας μεταλλικής ράβδου.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία