Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

tempo < temp + -o

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική tempo tempoj
αιτιατική tempon tempojn

tempo (eo)



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

tempo 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tempo (it) αρσενικό

  1. ο καιρός
  2. ο χρόνος



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtɛ̃mpɔ/
tempo 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tempo (pl) ουδέτερο

  1. (μουσική) ο χρόνος, το τέμπο
  2. (κατ' επέκταση) η ταχύτητα εκτέλεσης ενός έργου, μιας διαδικασίας



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
tempo tempos

tempo (pt) αρσενικό

  1. ο καιρός