Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μέρος τα μέρη
      γενική του μέρους των μερών
    αιτιατική το μέρος τα μέρη
     κλητική μέρος μέρη
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέρος < αρχαία ελληνική μέρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)mer- (μοιράζω, παραχωρώ, αναθέτω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmɛ.ɾɔs/
συλλαβισμός: μέ‐ρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέρος ουδέτερο

  1. το τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, κομμάτι από κάτι μεγαλύτερο
    Το ελληνικό βικιλεξικό αποτελεί μέρος ενός πολυεθνικού διαδικτυακού εγχειρήματος για ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση.
  2. ο τόπος, κυριολεκτικά ή μεταφορικά
    Σ' αυτό το μέρος είναι κρυμμένος ένας θησαυρός.
  3. (προφορικό) το αποχωρητήριο, το WC

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μέρος μέρει μέρη
Γενική μέρους μεροῖν μερῶν
Δοτική μέρει μεροῖν μέρεσι(ν)
Αιτιατική μέρος μέρει μέρη
Κλητική μέρος μέρει μέρη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)mer- (μοιράζω, παραχωρώ, αναθέτω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέρος ουδέτερο

  1. μέρος, μερίδιο
  2. κληρονομιά, κλήρος
  3. μοίρα
  4. σειρά

  ΠηγέςΕπεξεργασία