Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν μέρει < εν + δοτική ενικού του ουσιαστικού μέρος

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν μέρει

  1. κατά ένα μόνο μέρος και όχι συνολικά, μερικώς, λίγο, λιγάκι, σε κάποιο μέρος, κατά κάποιον τρόπο
    δε συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, αλλά εν μέρει έχεις δίκιο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία