Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν μέρει < (καθαρεύουσα) ἐν, μέρει (δοτική ενικού του μέρος) → δείτε τις λέξεις εν και μέρος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν μέρει

  • (λόγιο) κατά ένα μόνο μέρος και όχι συνολικά, μερικώς, λίγο, λιγάκι, σε κάποιο μέρος, κατά κάποιον τρόπο
    δε συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, αλλά εν μέρει έχεις δίκιο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία