Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν < αρχαία ελληνική ἐν

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

εν

  • Αρχαίο επίρρημα ἐν που ενσωματωνόταν σε ρήματα και που μόνο του γρήγορα μεταβλήθηκε σε πρόθεση. Σήμερα βρίσκεται κυρίως σε εκφράσεις αρχαιοπρεπείς, λόγιες ή αρχαιοελληνικές, συνοδεύεται με δοτική και σημαίνει με (κάποιον ή κάτι) ή σε/στον/στην κλπ. -μερικές από αυτές τις εκφράσεις έχουν συγχωνευθεί, πλέον, σε μία λέξη

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

εν < ἕν

  • παλαιότερη αλλά εν χρήση προφορά του αριθμητικού ένα, ουδετέρου του αριθμητικού ένας
  • εν-δυο : παράγγελμα στη γυμναστική