Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν τούτοις < εν + δοτική πληθυντικού τούτο

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν τούτοις και εντούτοις[1]

  • (λόγιο) όμως, παρ' όλα αυτά, μολαταύτα, ωστόσο. Χρησιμοποιείται στην παρατακτική σύνδεση δύο ισοδύναμων συντακτικά όρων, δηλώνοντας εναντίωση.
    γνώριζε πολύ καλά τους κινδύνους, εν τούτοις αποφάσισε να δοκιμάσει το τόλμημα
  1. Συνιστώμενη γραφή "εντούτοις" ως μία λέξη (βλέπε: άρθρο του Γ. Μπαμπινιώτη στο «Βήμα»)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία