Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν λευκώ < (καθαρεύουσα) ἐν λευκῷ (δοτική ενικού του λευκός) → δείτε τις λέξεις εν και λευκός. Δείτε και τη γαλλική carte blanche • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν λευκώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία