Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανεπιφύλακτα < ανεπιφύλακτος
ανεπιφυλάκτως: (καθαρεύουσα)
Η λέξη μαρτυρείται από το 1888

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ανεπιφύλακτα (τροπικό)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία