Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επιφύλαξη οι επιφυλάξεις
      γενική της επιφύλαξης
& επιφυλάξεως
των επιφυλάξεων
    αιτιατική την επιφύλαξη τις επιφυλάξεις
     κλητική επιφύλαξη επιφυλάξεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιφύλαξη < ἐπιφύλαξις < ἐπιφυλάσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επιφύλαξη θηλυκό

  • συμφωνώ, αλλά με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου (συμφωνώ, αλλά όχι χωρίς κανένα απολύτως ενδοιασμό και μπορεί αν το κρίνω αναγκαίο μελλοντικά, να κάνω χρήση των δικαιωμάτων που μου παρέχει ο νόμος)
  • Είπα το "ναι", αλλά με πάσα επιφύλαξη (είπα "ναι" απρόθυμα, διατηρώ επιφυλάξεις και μάλιστα πολλές)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία