Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελεύθερα < ελεύθερος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ελεύθερα

  1. με ελευθερία, χωρίς καταναγκασμό
    είναι άνθρωπος που σκέφτεται ελεύθερα, χωρίς δογματισμό ή προκαταλήψεις
    με αυτά τα στενά ρούχα δεν μπορώ να περπατήσω ελεύθερα
  2. {για ρούχα, υφάσματα) χαλαρά
    ένα μαντίλι έπεφτε ελεύθερα στα μαλλιά της

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία