Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαλαρά < χαλαρός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

χαλαρά

  1. όχι σφιχτά
    ο κόμπος ήταν δεμένος χαλαρά, γι' αυτό και λύθηκε
  2. χωρίς κάτι να είναι τεντωμένο
    το ύφασμα έπεφτε χαλαρά πάνω στο έπιπλο
  3. χωρίς ένταση και κούραση, με αργούς ρυθμούς
    στις διακοπές περάσαμε πολύ χαλαρά, μόνο μπάνιο, φαγητό και μπαράκια
  4. ως προτροπή σε κάποιον να χαλαρώσει, να μην αντιμετωπίζει κάποιο πράγμα με ένταση ή εκνευρισμό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

χαλαρά