Δείτε επίσης: ἐν ὄψει

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν όψει < (καθαρεύουσα) ἐν ὄψει (δοτική ενικού του ὄψις) → δείτε τις λέξεις εν και όψη • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν όψει

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία