Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν είδει < εν + είδει < αρχαία ελληνική εἴδει, δοτική ενικού της λέξης εἶδος[1]

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν είδει

  • (λόγιο) που μοιάζει με, με τη μορφή
    • εν είδει περιστεράς: με τη μορφή περιστεριού, σαν περιστέρι.
    • μου το ανακοίνωσε εν είδει τελεσιγράφου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. Γράφεται συχνά κατά λάθος με ήτα, δηλαδή *εν είδη