Δείτε επίσης: είδος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εἶδος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wéydos < *weyd- (βλέπω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εἶδος ουδέτερο

  1. μορφή
  2. ομορφιά
  3. είδος (υποδιαίρεση του γένους)
  4. (πληθυντικός) εἴδη: οι πλατωνικές ιδέες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία