Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ομορφιά οι ομορφιές
      γενική της ομορφιάς των ομορφιών
    αιτιατική την ομορφιά τις ομορφιές
     κλητική ομορφιά ομορφιές
Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Φωτογραφία του 1900 που μας παρουσιάζει το εξαιρετικά όμορφο και ελκυστικό κορμί ενός ολόγυμνου μοντέλου

  Ετυμολογία

ομορφιά < μεσαιωνική ελληνική ομορφιά < ομορφία < εμορφία < αρχαία ελληνική εὐμορφία < εὔμορφος < εὖ + μορφή

  Προφορά

ΔΦΑ : /ɔ.mɔɾ.ˈfça/

  Ουσιαστικό

ομορφιά θηλυκό

  1. η ωραιότητα της μορφής, η ιδιότητα ενός ανθρώπου ή αντικειμένου να θέλγει τις αισθήσεις
  2. ένας όμορφος τόπος, ένα αξιοθέατο

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Δείτε επίσης

  Μεταφράσεις