Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ομορφιά ομορφιές
γενική ομορφιάς ομορφιών
αιτιατική ομορφιά ομορφιές
κλητική ομορφιά ομορφιές

  Ετυμολογία

ομορφιά < μεσαιωνική ελληνική ομορφιά < ομορφία < εμορφία < αρχαία ελληνική εὐμορφία < εὔμορφος < εὖ + μορφή

  Προφορά

ΔΦΑ : /ɔ.mɔɾ.ˈfça/

  Ουσιαστικό

ομορφιά θηλυκό

  1. η ωραιότητα της μορφής, η ιδιότητα ενός ανθρώπου ή αντικειμένου να θέλγει τις αισθήσεις
  2. ένας όμορφος τόπος, ένα αξιοθέατο

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Δείτε επίσης

  Μεταφράσεις