Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όμορφα < όμορφ(ος) +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

όμορφα

  1. με όμορφο τρόπο, ευχάριστα, ικανοποιητικά
    περάσαμε όμορφα στο ταξίδι μας
  2. όμορφα όμορφα: χωρίς να ανακύψουν προβλήματα

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

όμορφα!

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

όμορφα