Δείτε επίσης: εύμορφος

Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / εὔμορφος τὸ εὔμορφον
      γενική τοῦ/τῆς εὐμόρφου τοῦ εὐμόρφου
      δοτική τῷ/τῇ εὐμόρφ τῷ εὐμόρφ
    αιτιατική τὸν/τὴν εὔμορφον τὸ εὔμορφον
     κλητική ! εὔμορφε εὔμορφον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εὔμορφοι τὰ εὔμορφ
      γενική τῶν εὐμόρφων τῶν εὐμόρφων
      δοτική τοῖς/ταῖς εὐμόρφοις τοῖς εὐμόρφοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς εὐμόρφους τὰ εὔμορφ
     κλητική ! εὔμορφοι εὔμορφ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐμόρφω τὼ εὐμόρφω
      γεν-δοτ τοῖν εὐμόρφοιν τοῖν εὐμόρφοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

εὔμορφος < εὔ- + -μορφος
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μεσαιωνικά ελληνικά: ἔμορφος, ὄμορφος νέα ελληνικά: όμορφος

  Επίθετο επεξεργασία

εὔμορφος, -ος, -ον, συγκριτικός:εὐμορφότερος

  1. που έχει ωραία μορφή, όμορφος
    5ος αιώνας   Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 196.3
    τὸ δὲ ἂν χρυσίον ἐγίνετο ἀπὸ τῶν εὐειδέων παρθένων, καὶ οὕτως αἱ εὔμορφοι τὰς ἀμόρφους καὶ ἐμπήρους ἐξεδίδοσαν.
    Όσο για τα χρήματα, αυτά μαζεύονταν από τις όμορφες κοπέλες· και με τον τρόπο αυτόν οι όμορφες κοπέλες προίκιζαν τις άσχημες και τις σακάτισσες.
    Μετάφραση (1964): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
  2. κομψός, χαριτωμένος
  3. (μεταφορικά) θαυμαστός, αξιοθαύμαστος
    ※  6ος/5ος↑ αιώνας Αἰσχύλος, Χοηφόροι, στίχ. 490
    ὦ Περσέφασσα, δὸς δέ γ᾽ εὔμορφον κράτος.
    Κι ω Περσεφόνη, δωσ᾽ μας νίκη ευτυχισμένη.
    Μετάφραση, 1η έκδοση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greek‑language.gr

Δείτε επίσης επεξεργασία

  • (καθαρεύουσα) όμορφος
    ※  Εὗρον νέαν πάνυ εὔμορφον, καθαρίαν, εὔστολον, ἐλλόγιμον Ἑλληνίδα καὶ θυγατέρα φιλοσόφου.
    Φερδινάνδος Γρηγορόβιος (1882) Αθηναΐς [διήγημα] @books.google

  Πηγές επεξεργασία