Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κομψός η κομψή το κομψό
      γενική του κομψού της κομψής του κομψού
    αιτιατική τον κομψό την κομψή το κομψό
     κλητική κομψέ κομψή κομψό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κομψοί οι κομψές τα κομψά
      γενική των κομψών των κομψών των κομψών
    αιτιατική τους κομψούς τις κομψές τα κομψά
     κλητική κομψοί κομψές κομψά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κομψός < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική κομψός, άβέβαιης προέλευσης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /komˈpsos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κομ‐ψός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κομψός, -ή, -ό

  1. με επιμελημένη, καλόγουστη εμφάνιση κυρίως στο ντύσιμο
     συνώνυμα: σικ
  2. (γενικότερα) που χαρακτηρίζεται από καλαισθησία
     συνώνυμα: καλαίσθητος
  3. (μεταφορικά) που συμβαίνει με έμμεσο και διακριτικό τρόπο, αποφεύγοντας να προκληθούν δυσάρεστες εντυπώσεις
    Δεν ήθελα να την προσβάλω, της το είπα με κομψό τρόπο, απ' έξω απ' έξω.
     αντώνυμα: άκομψος
  4. (μεταφορικά, για εκφορά λόγου, σκέψης) κομψό ύφος: γλαφυρό και επιμελημένο, χωρίς πλατειασμούς
    η θεωρία έχει διατυπωθεί με μια πολύ κομψή εξίσωση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κομψός < αβέβαιης ετυμολογίας < *κομ-σός < πιθανή σύνδεση του θέματος με το κομέω-ῶ (περιποιούμαι, φροντίζω)[1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κομψός, -ή, -όν

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.