Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κομψός κομψή κομψό
γενική κομψού κομψής κομψού
αιτιατική κομψό κομψή κομψό
κλητική κομψέ κομψή κομψό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κομψοί κομψές κομψά
γενική κομψών κομψών κομψών
αιτιατική κομψούς κομψές κομψά
κλητική κομψοί κομψές κομψά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κομψός< (αβέβαιης ετυμολογίας) Πιθανόν συνδέεται με το κομ-σός < κομέω-ῶ (περιποιούμαι, φροντίζω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɔm.ˈpsɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /kɔm.ˈpsi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /kɔm.ˈpsɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κομψός, -ή, -ό

  1. που διαθέτει επιμελημένη και καλαίσθητη εμφάνιση, ο λεπτός και όμορφος στο παρουσιαστικό
  2. που συμβαίνει με έμμεσο και διακριτικό τρόπο, αποφεύγοντας να προκληθούν δυσάρεστες εντυπώσεις
  3. ο όμορφος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κομψό ύφος (για το λόγο) : χαρακτηρίζεται από γλαφυρότητα, χάρη και επιμελημένη επεξεργασία.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία