Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ύφος < αρχαία ελληνική ὕφος< ὑφή < ὑφαίνω.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ύφος ύφη
γενική ύφους υφών
αιτιατική ύφος ύφη
κλητική ύφος ύφη
Οι τύποι του πληθυντικού είναι δύσχρηστοι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ύφος ουδέτερο, αρχική σημασία η υφή, το είδος της ύφανσης και μεταγενέστερα ο τρόπος της πλοκής των λέξεων και φράσεων: «αυστηρό ύφος, «ειρωνικό ύφος, «αλλαζονικό ύφος» κ.α.

  1. ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κάποιος χειρίζεται τη γλώσσα, επιλέγει τις λέξεις που θα χρησιμοποιήσει, προτιμά ή αποφεύγει συγκεκριμένα είδη προτάσεων και σχημάτων λόγου, προκειμένου το κείμενό του να επιτύχει τους συγκεκριμένους επικοινωνιακούς στόχους του συγγραφέα του
    ύφος απλό ή υψηλό ή γλαφυρό
  2. ο τόνος της φωνής και η έκφραση του προσώπου που συνοδεύουν την εκφώνηση λόγου και της προσδίδουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα
    μου απάντησε με πολύ αυστηρό ύφος
  3. (ειδικότερα) το υπεροπτικό ή σπουδαιοφανές στοιχείο στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου
    Δε μ' αρέσει αυτός ο άνθρωπος. Έχει πολύ ύφος

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • «ύφος σαράντα καρδιναλίων»
  • «έχει το ύφος κατακτητού»
  • ύφος στη Βικιπαίδεια   Περί ύφους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία