Δείτε επίσης: τόννος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τόνος οι τόνοι
      γενική του τόνου των τόνων
    αιτιατική τον τόνο τους τόνους
     κλητική τόνε τόνοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τόνος < αρχαία ελληνική τόνος < τείνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τόνος αρσενικό

  1. ο βαθμός ύψωσης ή έντασης της φωνής
    • τόνος οξύς/βαρύς
  2. η έκφραση της φωνής
    • τόνος μελοδραματικός
  3. η χροιά της φωνής
  4. η ατμόσφαιρα σε ένα περιβάλλον, η συναισθηματική αφετηρία-προδιάθεση
    • τόνος νευροψυχικός/συναισθηματικός
  5. ηλεκτρικός παλμός
  6. ηχητικός παλμός σύντομης διάρκειας
  7. (φυσιολογία)
    1. ηλεκτρικός παλμός που διαδίδεται μέσω νεύρων
    2. η φυσιολογική ελαστικότητα των ζωντανών ιστών, η τονικότητα
    3. η πίεση που ασκείται στα τοιχώματα του βολβού του οφθαλμού από τα υγρά που περιέχει
  8. (γραμματική) σημείο για τον τονισμό των λέξεων
  9. (μουσική) κάθε μία από τις πέντε μεγαλύτερες αποστάσεις από τις επτά νότες
  10. (ζωγραφική) ο βαθμός έντασης του χρώματος, η διαβάθμιση του φωτός και της σκιάς
  11. (ναυτικός όρος) δίπλοκο σχοινί που αποτελείται από τρία ή τέσσερα συνεστραμμένα μονόπλοκα και χρησιμεύει για ρυμούλκηση (κν. καρλίνι)
  12. το μεγάλο ψάρι, με σώμα παχύ και ατρακτοειδές, που ζει στις εύκρατες και στις θερμές θάλασσες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία