Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βαρεία οι βαρείες
      γενική της βαρείας των βαρειών
    αιτιατική τη βαρεία τις βαρείες
     κλητική βαρεία βαρείες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαρεία < αρχαία ελληνική βαρεῖα, το θηλυκό του επιθέτου βαρύς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαρεία θηλυκό

  1. τονικό σημάδι στο πολυτονικό σύστημα γραφής που αντικαθιστά την οξεία μόνο στη λήγουσα και εφόσον δεν ακολουθεί σημείο στίξης· η κλίση της είναι αντίθετη από της οξείας, ξεκινάει δηλαδή από αριστερά πάνω και καταλήγει δεξιά κάτω (`)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία