Δείτε επίσης: gravé, -grave

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /greɪv/

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

grave < λατινική gravis

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παραθετικά
θετικός grave
συγκριτικός graver
υπερθετικός gravest

grave (en)

  1. (παρωχημένο) πολύ βαρύς
    His shield grave and great.Chapman.
  2. σοβαρός, σημαντικός (λέγεται χαρακτήρες, σχέσεις κ.λπ.)
    grave' deportment, character, influence
    Most potent, grave, and reverend seigniors.Shakespeare.
    A grave and prudent law, full of moral equity.Milton.
  3. σοβαρός, όχι ελαφρός ή χαρούμενος
    a grave color; a grave face
  4. (μουσική) βαρύς, χαμηλός, βαθύς (για ήχους)
    a grave note or key
    The thicker the cord or string, the more grave is the note or tone.Moore (Encyc. of Music).
  5. (μουσική) σοβαρός και αργός
  6. grave accent

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

grave (en)

  1. βαρεία (τόνος)
    è is an e with a grave accent

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

grave < παλαιά αγγλική grafan

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας grave
γ΄ ενικό ενεστώτα graves
αόριστος graved, grove
παθητική μετοχή graved, graven
ενεργητική μετοχή graving

grave (en)

  1. (μεταβατικό) σκάβω (απαρχαιωμένο)) Chaucer.
    He hath graven and digged up a pit. —Ψαλμοί VII 16 (Book of Prayer).
  2. (μεταβατικό) χαράζω ή σκαλίζω γράμματα ή μορφές σε σκληρή επιφάνεια, π.χ πέτρα
    Thou shalt take two onyx stones, and grave on them the names of the children of Israel. —Έξοδος XXVIII.,9.
    This be the verse you grave for me / “Here he lies where he longs to be”Stevenson, Requiem
  3. (μεταβατικό) λαξεύω μια μορφή
    With gold men may the hearte grave.Chaucer.
  4. (μεταβατικό) εντυπώνω βαθιά στο μυαλό
    O! may they graven in thy heart remain.Prior.
  5. (μεταβατικό) ενταφιάζω, θάβω (απαρχαιωμένο) —Chaucer.
    Lie full low, graved in the hollow ground.Shakespeare.
  6. (μεταβατικό, ναυτικό) καθαρίζω τη βάση ενός σκάφους και την αλείφω με πίσσα
  7. (αμετάβατο) γράφω ή σχεδιάζω σε μια σκληρή επιφάνεια, χαράζω

Ετυμολογία 3Επεξεργασία

grave < παλαιά αγγλική græf

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
grave graves
 
A freshly dug grave

grave (en)

  • τάφος
    He had lain in the grave four days. — Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο XI.,17.



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

grave < λατινική gravis

  ΠροφοράΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
grave graves

grave (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σοβαρός
  2. κρίσιμος
  3. επίσημος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

grave (fr)

  1. πρώτο και τρίτο πρόσωπο ενικού της οριστικής ενεστώτα του του ρήματος graver
  2. δεύτερο πρόσωπο ενικού της προστακτικής του του ρήματος graver
  3. πρώτο και τρίτο πρόσωπο ενικού της υποτακτικής ενεστώτα του του ρήματος graver



Δανικά (da)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

grave < παλαιά νορβηγική grafa

  ΡήμαΕπεξεργασία

grave (da)



Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

grave < grav- + -e

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

grave (eo)



Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

grave < λατινική gravis

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

grave (es)

  1. σοβαρός
  2. βαρύς, χαμηλός (για ήχο)
  3. επίσημος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

grave (es)

  1. α' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της υποτακτικής του ρήματος gravar
  2. γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της υποτακτικής του ρήματος gravar
  3. γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της προστακτικής του ρήματος gravar



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

grave < λατινική gravis

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

grave (it)

  1. σοβαρός
  2. βαρύς
  3. σοβαρός, επίσημος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία