Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαράζω < αρχαία ελληνική χαράσσω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xa.ˈɾa.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

χαράζω και χαράσσω, πρτ.: χάραζα και χάρασσα, στ.μέλλ.: θα χαράξω, αόρ.: χάραξα, παθ.φωνή: χαράζομαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: χαραγμένος

  1. (μεταβατικό) δημιουργώ μια σχετικά βαθιά τομή (χαρακιά) στην επιφάνεια ενός αντικειμένου με οξύ όργανο
  2. σχεδιάζω / φέρω μια ευθεία γραμμή με τη βοήθεια γεωμετρικού οργάνου (χάρακα)
  3. (μεταβατικό) σχεδιάζω ένα δρόμο ή (μεταφορικά) μια πορεία
    το κόμμα μας φιλοδοξεί να χαράξει μια νέα πορεία για τον τόπο
  4. (στο γ΄ ενικό) χαράζει: αρχίζει μόλις η καινούρια μέρα, ξημερώνει
    μόλις χάραξε, σηκώθηκα για τη δουλειά

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία