Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαράσσω < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική χαράσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰer- (χαράσσω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

χαράσσω (παθητικό: χαράσσομαι)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


---

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαράσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰer- ‎(γρατσουνώ, ξύνω) (ομόρριζο των χαρακτήρ, χάραξ, χαράδρα)

  ΡήμαΕπεξεργασία

χαράσσω

  1. οξύνω κάτι, το ακονίζω
  2. σχίζω
  3. χαράζω
  4. αυλακώνω
  5. επιγράφω και γράφω
  6. οξύνομαι, χαράζομαι, σχίζομαι

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία