Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξύνω < μεσαιωνική ελληνική ξύνω < αρχαία ελληνική ξύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξύνω (παθ. φωνή: ξύνομαι, παθ. μτχ.: ξυσμένος)

  1. τρίβω με τα νύχια το δέρμα μου, επειδή αισθάνομαι φαγούρα
  2. τρίβω επιφάνεια με κάποιο ειδικό μέσο (π.χ. ξύστρα, ξυστήρι, ξυστρί κ.λπ.)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ξύνω πληγέςξύνω παλιές πληγές): λέω πράγματα που μπορεί να προκαλέσουν στεναχώριες ή πράγματα τα οποία ξαναθυμίζουν θλιβερές καταστάσεις οι οποίες τείνουν να ξεχαστούν (ξεπεραστούν)
  • ξύνω τα νύχια μου:
    1. (συνήθως συνοδευόμενο από το: "για καβγά") προετοιμάζομαι για καβγά ή ψάχνω κάποιο λόγο για να καβγαδίσω
    2. δεν κάνω τίποτε, κάθομαι

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  • αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς μην περιμένεις να σε ξύσουν άλλοι: μην ελπίζεις στη βοήθεια των άλλων αν δεν μπορείς να κάνεις κάτι μόνος σου

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία