Δείτε επίσης: καθίζω, κάθημαι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάθομαι < μεσαιωνική ελληνική κάθομαι < αρχαία ελληνική κάθημαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈka.θɔ.mɛ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

κάθομαι, πρτ.: καθόμουν, στ.μέλλ.: θα καθίσω, αόρ.: κάθισα, μτχ.π.π.: καθισμένος

  1. έχω το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα (καρέκλα, καναπέ κλπ) ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο
  2. τοποθετώ το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα ενώ πριν ήμουν όρθιος
  3. μένω, κατοικώ
  4. (για πράγματα) ακουμπώ πάνω σε κάτι άλλο
  5. (για πράγματα) υποχωρώ σε χαμηλότερο επίπεδο, καθιζάνω, κατακάθομαι
  6. δεν εργάζομαι (είμαι άνεργος ή βρίσκομαι σε διακοπές)
  7. μένω άπρακτος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία