Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρογγυλοκάθομαι < κάθομαι και στρογγυλά (ίσως από την συνήθεια επί Τουρκοκρατίας να κάθονται όλοι κάτω, σε κύκλο, γύρω από το φαγητό που σερβιριζόταν στο κέντρο)

  ΡήμαΕπεξεργασία

στρογγυλοκάθομαι

  1. βολεύομαι άνετα και κάθομαι επί πολλή ώρα σε ένα χώρο στον οποίο οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι (συνήθως οι οικοδεσπότες) δεν χαίρονται εξίσου την παρατεταμένη συντροφιά μου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία