Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρακάθομαι < παρα- + κάθομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

παρακάθομαι

  1. κάθομαι για πάρα πολλή ώρα
  2. αδρανώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία