Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατακάθομαι < κάτω + κάθομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

κατακάθομαι

  1. υποχωρώ σιγά-σιγά προς τα κάτω, κάθομαι λόγω βαρύτητας, καθιζάνω

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία