Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κάθισμα τα καθίσματα
      γενική του καθίσματος των καθισμάτων
    αιτιατική το κάθισμα τα καθίσματα
     κλητική κάθισμα καθίσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάθισμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάθισμα

  1. οποιοδήποτε έπιπλο χρησιμεύει για να κάθεται κανείς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία