Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

seat (en)

  1. κάθισμα
  2. έδρα στη Βουλή, σε ένα διοικητικό συμβούλιο κ.λπ
  3. η έδρα ενός οργανισμού

  ΡήμαΕπεξεργασία

seat (en)

  1. κάθομαι
  2. εδρεύω, εδράζομαι