Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάτος πάτοι
γενική πάτου πάτων
αιτιατική πάτο πάτους
κλητική πάτε πάτοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάτος < αρχαία ελληνική πάτος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάτος

  1. ο πυθμένας
  2. ο βυθός
  3. (μεταφορικά) η πλήρης αποτυχία
  4. ο πισινός, ο κώλος
  5. ένα πρόσθετο κομμάτι από μαλακό υλικό που προστίθεται ανάμεσα στο πέλμα και το παπούτσι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάτος αρσενικό

  1. ο δρόμος που έχει πατηθεί, η πεπατημένη οδός
  2. αυτό που κάποιος αποπατεί, το αποπάτημα, η κοπριά

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Ησύχιος: πάτος: ἡ πεπατημένη καὶ λεωφόρος ὁδός - καὶ κόπρος
  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883