Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πάτος οι πάτοι
      γενική του πάτου των πάτων
    αιτιατική τον πάτο τους πάτους
     κλητική πάτε πάτοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάτος < αρχαία ελληνική πάτος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάτος

  1. ο πυθμένας
  2. ο βυθός
  3. (μεταφορικά) η πλήρης αποτυχία
  4. ο πισινός, ο κώλος
  5. ένα πρόσθετο κομμάτι από μαλακό υλικό που προστίθεται ανάμεσα στο πέλμα και το παπούτσι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάτος αρσενικό

  1. ο δρόμος που έχει πατηθεί, η πεπατημένη οδός
  2. αυτό που κάποιος αποπατεί, το αποπάτημα, η κοπριά

  ΠηγέςΕπεξεργασία