Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πατέω < πάτος ("η πεπατημένη οδός")

  ΡήμαΕπεξεργασία

πατέω

  1. περπατώ, βαδίζω
  2. πατώ πάνω σε κάτι
    • (για σταφύλια) πατώ, συνθλίβω με τα πόδια μου
  3. καταπατώ, δείχνω έλλειψη σεβασμού απέναντι σε κάτι
  4. λεηλατώ
  5. συχνάζω σε έναν τόπο
  6. (μεταγενέστερη ελληνική ) κατανικώ
    θανἀτῳ θάνατον πατήσας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883