Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελετώ < αρχαία ελληνική μελετάω, -ῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

μελετώ

  1. διαβάζω κάτι με μεγάλη προσοχή και για πολλή ώρα, με σκοπό να αποκτήσω καινούριες γνώσεις ή να παραγάγω ένα πνευματικό έργο
    • (για μαθητή, σπουδαστή) ασχολούμαι με τις σχολικές υποχρεώσεις μου, προετοιμάζομαι για μια εξέταση
  2. εξετάζω κάτι με μεγάλη προσοχή
  3. αναφέρω ονομαστικά κάποιον ή κάτι
  4. (κατ' επέκταση) σκέφτομαι ή αναφέρομαι γενικά σε κάτι
    Άσ' τα αυτά. Τι τα θέλεις και τα μελετάς;

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία