Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαδίζω < αρχαία ελληνική βαδίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βαδίζω

  1. κινούμαι, προχωρώ, περπατώ
  2. (μεταφορικά) προβαίνω σε σειρά ενεργειών
  3. ακολουθώ συγκεκριμένη κατεύθυνση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία