Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βαδιστής οι βαδιστές
      γενική του βαδιστή των βαδιστών
    αιτιατική τον βαδιστή τους βαδιστές
     κλητική βαδιστή βαδιστές
Κατηγορία όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαδιστής < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαδιστής αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία