Ελληνικά (el)Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το προβάδισμα τα προβαδίσματα
      γενική του προβαδίσματος των προβαδισμάτων
    αιτιατική το προβάδισμα τα προβαδίσματα
     κλητική προβάδισμα προβαδίσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προβάδισμα < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προβάδισμα ουδέτερο

  • το να βρίσκεται κανείς μπροστά από τους υπόλοιπους σε περπάτημα, πορεία κλπ. ή να έχει καλύτερη βαθμολογία από τους υπόλοιπους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία