Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περπάτημα περπατήματα
γενική περπατήματος περπατημάτων
αιτιατική περπάτημα περπατήματα
κλητική περπάτημα περπατήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περπάτημα < {{κατάγεται από την αρχαία ελληνική Περιπάτημα< Περί+πάτημα. Ορίζεται ως ο διασκελισμός «ανεστραμμένο εκκρεμές» το οποίο σώμα πηδάει επάνω από το αλύγιστο άκρο ή άκρα σε κάθε βήμα.}}

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περπάτημα ουδέτερο

  1. Πρότυπο:Η Μετατόπιση λόγω βηματισμού των άκρων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία