Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βάδισμα τα βαδίσματα
      γενική του βαδίσματος των βαδισμάτων
    αιτιατική το βάδισμα τα βαδίσματα
     κλητική βάδισμα βαδίσματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάδισμα < αρχαία ελληνική βάδισμα < βαδίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάδισμα ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία