Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάδιση < αρχαία ελληνική βάδισις < βαδίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάδιση θηλυκό

  1. το κανονικό περπάτημα, χωρίς βιασύνη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία