Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαίνω < αρχαία ελληνική βαίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βαίνω

  1. (λόγιο) βαδίζω, πηγαίνω
  2. (μαθηματικά) (για επίκεντρες γωνίες) αντιστοιχώ σε τόξο κύκλου
    η ορθή (γωνία) βαίνει σε τεταρτοκύκλιο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. βαίνω έβαινα θα βαίνω να βαίνω βαίνοντας
β' ενικ. βαίνεις έβαινες θα βαίνεις να βαίνεις βαίνε
γ' ενικ. βαίνει έβαινε θα βαίνει να βαίνει
α' πληθ. βαίνουμε βαίναμε θα βαίνουμε να βαίνουμε
β' πληθ. βαίνετε βαίνατε θα βαίνετε να βαίνετε βαίνετε
γ' πληθ. βαίνουν(ε) έβαιναν
βαίναν(ε)
θα βαίνουν(ε) να βαίνουν(ε)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαίνω < πρωτοελληνική *gʷəňňō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷm̥yéti < *gʷem- + *-yéti. Συγγενές με το (λατινικά) venio.

  ΡήμαΕπεξεργασία

βαίνω


Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας βαίνω
Παρατατικός ἔβαινον
Μέλλοντας βήσομαι
Αόριστος ἔβην
Παρακείμενος βέβηκα
Υπερσυντέλικος ἐβεβήκειν
Συντελ.Μέλλ.


Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία