Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταβαίνω < αρχαία ελληνική μεταβαίνω < μετά + βαίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷem-

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεταβαίνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία