Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πηγαίνω < μεσαιωνική ελληνική πηγαίνω και ὑπαγαίνω < αρχαία ελληνική ὑπάγω

  ΡήμαΕπεξεργασία

πηγαίνω

  1. κινούμαι από ένα σημείο προς ένα άλλο σημείο, μεταβαίνω
    πηγαίνω στην Αθήνα
  2. πρόκειται ή επιθυμώ να φύγω από το μέρος όπου βρίσκομαι
    είναι ώρα να πηγαίνουμε
  3. πρόκειται ή επιθυμώ να ξεκινήσω μια ενέργεια ή δραστηριότητα
    • πηγαίνω για φαγητό, πηγαίνω για μπάνιο, πηγαίνω για ύπνο κ.λπ
    • θα πάω μετά να τους μιλήσω
  4. παρακολουθώ σε τακτική βάση μαθήματα, φοιτώ
    πηγαίνω σχολείο, πηγαίνω στην τρίτη τάξη, πηγαίνω αγγλικά
  5. ταιριάζω

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία