Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταιριάζω < μεσαιωνική ελληνική ταιριάζω < ταῖριν < *ἑταίρ-ιον, υποκοριστικό του αρχαίου ἑταῖρος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɛ.ˈɾʝia.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ταιριάζω

  1. (μεταβατικό) συνδέω δύο πράγματα σε ζευγάρι
     συνώνυμα: συναρμόζω, συνδέω
  2. (μεταβατικό) προσπαθώ να δημιουργήσω ένα αρμονικό συνδυασμό
  3. (αμετάβατο) είμαι σε συμφωνία ή σε αρμονία με κάποιον ή κάτι
    Και τόσο ταίριαζαν ο ένας δίπλα στον άλλον που κανένας δε γυρνούσε να τους κοιτάξει παράξενα. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
     συνώνυμα: εναρμονίζομαι, συναρμόζομαι, συνδυάζομαι
  4. (αμετάβατο) έχω το σχήμα που αντιστοιχεί σε κάτι
  5. (αμετάβατο) ζω αρμονικά με κάποιον
  6. (απρόσωπο) ταιριάζει : αρμόζει, πρέπει

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • αν δεν ταιριάζαμε, δε θα συμπεθεριάζαμε : οι κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές εξαρτώνται από το πόσο καλά συμφωνούν οι άνθρωποι μεταξύ τους
  • ταιριάζουν τα χνότα μας : έχουμε τις ίδιες συνήθειες, απόψεις κλπ.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία